Περιγραφή
Η σιωπή απλωνόταν πια ως μέσα της ανησυχητική, στιγμιαία πέρασε από το μυαλό της ότι κάποια πλάκα σκάρωναν, αλλά δεν το συνήθιζαν, ξαναχτύπησε πιο έντονα και είπε προειδοποιητικά: «Μπαίνω, αφού δεν απαντάτε!» Άνοιξε την πόρτα. «Τι στο καλό, κοιμάστε και δεν ακούτε που τόση ώρα χτυπάω;» Τα δυο κορίτσια ήταν ξαπλωμένα αγκαλιασμένα στο κρεβάτι με τα πρόσωπά τους τόσο κοντά που τα χείλη τους άγγιζαν. Ούτε καν κουνήθηκαν. «Τι είδους αστείο είναι αυτό;» Πλησίασε κι όσο πλησίαζε άρχισε να νιώθει ότι τα πόδια της δεν την κρατούν.




